Κυνήγι στην Ελλάδα - Hunter.Gr
shotgun

Κυνήγι στην Ελλάδα
Κυνήγι στην Ελλάδα - Hunter.Gr

Κυνήγι στην Ελλάδα - Hunter.Gr

Τελευταία ενημέρωση:
15/11/2013



Προτιμώ Ελληνικά
Κυνήγι στην Ελλάδα - Hunter.Gr

Κώστας Ουράνης (1890-1953)

Ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Ουράνης, πολυταξιδεμένος, κοσμοπολίτης και λάτρης της μποέμικης ζωής, διέγραψε λαμπρή πορεία στα ελληνικά γράμματα μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα. Η πορεία αυτή κάποια στιγμή διασταυρώθηκε με το κυνήγι, το οποίο σημάδεψε όχι μόνο τη ζωή, αλλά και το από εκεί και πέρα έργο του.

Ο Κώστας Ουράνης λάτρεψε το κυνήγι όσο τίποτα άλλο στη ζωή του. Όπως έγραψε λίγο πριν πεθάνει, στις 12 Ιουλίου 1953, στο σανατόριο «Παπανικολάου» στα Μελίσσια της Αττικής, το μοναδικό του παράπονο ήταν τα κυνήγια που δεν πρόλαβε να κάνει.

Ο Ουράνης ήταν από τους ανθρώπους που γνώρισαν το κυνήγι σε μεγάλη ηλικία αλλά δεν το εγκατέλειψαν ποτέ. Εξέδωσε την πρώτη κυνηγετική του άδεια σε ηλικία 40 ετών και μέχρι τα 63 του, που έφυγε από τη ζωή (το 1953), δεν έπαψε στιγμή να ζει και να γράφει για το κυνήγι, μη μπορώντας ακόμα και ο ίδιος να εξηγήσει το πάθος του αυτό.

Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, με κορυφαίο την προσβολή του από φυματίωση λίγα χρόνια πριν ασχοληθεί, εξακολουθούσε να κάνει μακρές πεζοπορίες για να θηρεύσει. Διέθετε ιματιοθήκη με ρούχα για όλα τα είδη κυνηγίου και εξοπλισμό για κάθε θήραμα.

Ταξιδευτής από τα φύση του, κάτι που αποτυπώνεται και στην ποίησή του, κυνήγησε στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Για εκείνον η απόλαυση του κυνηγιού δεν συνδεόταν απαραιτήτως με το περιεχόμενο του σάκου κατά την επιστροφή. Κυνηγούσε με διάθεση περισσότερο φιλοσοφική, όπως συνήθιζε να λέει.

Κάποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να αναφερθεί στο μεγάλο του πάθος γράφοντας ένα δοκίμιο, μέσω του οποίου έδωσε τη δική του οπτική για τη θήρα. Το παραθέτουμε αυτούσιο:

Πηγή του παραπάνω εισαγωγικού κειμένου:
Ένθετο Τύπος-Κυνήγι, 3/11/2010, Στέλιος Φωκάς. Και εδώ.

Κώστας Ουράνης
Πηγή της φωτογραφίας:
Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο

«Μανία και Χαρά του Κυνηγίου»

Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία μας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, 100.000 κυνηγετικές άδειες. Είμαι ένας από τις αυτές τις 100.000 κυνηγούς και μπορώ να πω μαζί με τον Ουγκώ ότι "και ένας ακόμα να 'μενε, αυτός θα ήμουν εγώ". Γιατί δεν αγαπώ απλώς το κυνήγι, έχω το πάθος του. Και το πάθος αυτό είναι τόσο περισσότερο δυνατό κι αποκλειστικό, όσο είναι όψιμο. Με κατάλαβε άξαφνα κι απροσδόκητα "Nel mezzo del cammin" (στη μέση της διαδρομής) του βίου μου. Δεν λένε ότι τα όψιμα πάθη είναι τα πιο σφοδρά, τα πιο κυριαρχικά;

Ίσαμε πριν από μερικά χρόνια το κυνήγι ήταν ότι μ' ενδιέφερε λιγότερο, σήμερα ότι μ' ενδιαφέρει περισσότερο. Μ' απορρόφησε ολόκληρο. Όπως η Περσεφόνη ζούσε το μισό χρόνο στον Αδη και το άλλο μισό πάνω στη γη, έτσι κι εγώ αισθάνομαι ότι ζω όσο κρατάει η κυνηγετική περίοδος και τον άλλο καιρό περιμένω, σ' ένα είδος νάρκης, τον ξαναερχομό της. Δεν κάνω παρά σχέδια κυνηγετικά. Τα όνειρά μου είναι κυνηγετικά. Να πάω στην Αφρική να σκοτώσω χοντρό κυνήγι ή στο Δέλτα του Δούναβη που είναι η ζούγκλα των υδροβίων πουλιών. Δεν μετακινούμαι μέσα στην Ελλάδα παρά μόνο για να κυνηγήσω κι είμαι πρόθυμος να κυνηγήσω οπουδήποτε, μ' οποιονδήποτε και για οσοδήποτε καιρό.

Στο σπίτι μου περιστοιχίζομαι από καταλόγους κυνηγετικούς, δέχομαι κατά προτίμηση κυνηγούς κι όπως οι μεγάλοι βιομηχανικοί οίκοι έχουν παντού αντιπροσωπίες, έτσι κι εγώ έχω σε διάφορα μέρη της Ελλάδος τους ανθρώπους μου, που με κρατάνε ενήμερο των τοπικών περασμάτων των αποδημητικών πουλιών, ή που με συνοδεύουν στο κυνήγι του ενδημικού θηράματος και που είναι για μένα ό,τι ήταν οι κομματάρχες για τους πολιτικούς μας. Η ιματιοθήκη μου περιλαμβάνει πλήρεις αμφιέσεις για κάθε είδους κυνήγι: κάμπου, βουνού, δασών και βάλτων και για κάθε καιρό, ζέστη, δροσιά, παγωνιά, βροχή. Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα φυσίγγια για όλων των ειδών τα θηράματα, επιστημονικά γομωμένα για να έχουν άρτια απόδοση με οποιαδήποτε καιρική συνθήκη.

Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα! Στο κυνήγι, και χάριν του κυνηγίου, εκβιάζω τον εαυτό μου ν' αλλάζει τις πιο βασικές του ιδιότητες: Εγώ που απεχθάνομαι το περπάτημα, κάνω αγόγγυστα, αν και με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω, τις επίπονες και πολύωρες πεζοπορίες που απαιτεί. Εγώ που έχω το φόβο των μικροβίων, έχω πιει νερά κι έχω φαει πράγματα πλέον ύποπτης καθαριότητας. Εγώ που αγαπώ τις ανέσεις μου, κλείνω τα μάτια σ' όλες τις ταλαιπωρίες του κυνηγίου: στην αφόρητη ζέστη που μεταβάλλει τα σωθικά σε αναμμένο καμίνι, στο τουρτούρισμα της πρωινής παγωνιάς, στην ακαθαρισία του σώματος, στα ζωύφια κι άντεξα κάποτε να μείνω δέκα ολόκληρες μέρες, χειμώνα καιρό, σ' ένα βουνό της Μακεδονίας, μέσα σε μια εγκαταλελειμμένη αχυροκαλύβα τσοπάνηδων, περιστοιχισμένος από χωρικούς με τους οποίους συνέτρωγα από τα ίδια πιάτα, ακούγοντας τα ποντίκια να τραγανίζουν τα τρόφιμά μας δέκα πόντους μακριά από το κεφάλι μου, κοιμόμουν στο χώμα και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό της πελώριας φωτιάς που διατηρούσαμε αναμμένη τη νύχτα στο κέντρο της καλύβας και εν τούτοις ήμουν ευτυχισμένος.

Για την ικανοποίηση του πάθους μου, έχω γυρίσει λίγο-πολύ όλη την Ελλάδα, μ' όλα τα μεταφορικά μέσα -από αεροπλάνο μέχρι μουλάρι- και κυνήγησα όλων των ειδών τα θηράματα. Έχω περιέλθει τους γυμνούς μακεδονίτικους κάμπους για πεδινές πέρδικες, έχω σκαρφαλώσει στα πετρώδη (και τι πετρώδη) βουνά των Κυκλάδων για πετροπέρδικες, έχω κάνει καρτέρι γι' αγριογούρουνα, το χειμώνα, μέσα στα δασώδη υψώματα του Καμπιρλί, αγνάντια στο χιονισμένο Μπέλλες, έχω τσαλαβουτήσει για μπεκατσίνια στους βάλτους της Ράχης, έχω αντικρίσει κοπάδια λύκων στο Γαλλικό ποταμό, πήγα για πάπιες από τη Στυμφαλία έως τη Χαλκιδική, κυνήγησα νύχτα αγριοπερίστερα, μπαίνοντας στις θαλάσσιες σπηλιές τους με βάρκα και με πυροφάνι, βρέθηκα στα περάσματα των τρυγονιών στην Τήνο και των ορτυκιών στη Μυτιλήνη και πήγα για λαγούς στην Ήπειρο.

Όταν απέκτησα ένα σκυλί που συνδυάζει τα τελειότερα φυσικά χαρίσματα με την τελειότερη εκγύμναση, χάρηκα περισσότερο παρά οποιαδήποτε ερωτική μου κατάκτηση κι ένιωσα περισσότερη υπερηφάνεια όταν σκότωσα ένα αγριογούρουνο, παρ' όση για το ωραιότερό μου ποίημα...

Είμαι όπως βλέπετε ένας από τους πιο μανιώδεις Νεμρώδ της Ελλάδας. Είμαι κι ένας από τους καλύτερους;

...Εγώ ομολογώ με ειλικρίνεια ότι είμαι ένας πολύ μέτριος κυνηγός. Όταν βλέπω ένα λαγό ή ένα πουλί να πέφτει από τα σκάγια μου, αισθάνομαι τόση χαρά, όση και... έκπληξη. Και δεν έχω ακόμα αποβάλει εντελώς τη συνήθεια να κοιτάζω γύρω μου, για να βεβαιωθώ ότι είμαι μόνος κι ότι το θήραμα που έπεσε δεν έπεσε από κανενός άλλου κυνηγού την τουφεκιά. Μολονότι έχω πάει παντού όπου βρίσκεται το περισσότερο θήραμα, ποτέ μου δεν σκότωσα σε μια ημέρα περισσότερους από δύο λαγούς, ή από τέσσερις πέρδικες, ή από έξι τρυγόνια ή από δέκα ορτύκια κι ένας θεός ξέρει πόσα φυσίγγια έχω κάψει. Εξακολουθώ όμως να κυνηγώ με την ίδια φιλοσοφική διάθεση, που ο Κάντιτ του Βολτέρου καλλιεργούσε τον κήπο του, γιατί η χαρά και η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζονται σ' ό,τι κανείς σκοτώνει!

Όσοι δεν κυνηγούν δεν ξέρουν κι ούτε μπορούν να διαισθανθούν πώς χτυπάει η καρδιά του κυνηγού, όταν το σκυλί του στέκεται σε μια "φέρμα", ή όταν σηκώνει τ' όπλο του σ' ένα κοπάδι πέρδικες, που πετιούνται άξαφνα από μπρος του μ' ένα πολυάριθμο και δυνατό θόρυβο φτερών, με πόσο συγκεντρωμένο και αμείωτο ενδιαφέρον πεζοπορεί ώρες ολόκληρες σ' αναζήτηση του θηράματος όσο κι αν αυτό παίζει το παιχνίδι που έπαιξαν οι Ρώσοι στον Μεγάλο Ναπολέοντα κατά την προέλασή του ίσαμε τη Μόσχα, πόσο κατέχεται από την ελπίδα ότι αν απέτυχε σ' αυτό το πουλί, θα πετύχει στο επόμενο που θα του παρουσιαστεί, τι γλυκό που είναι το ψωμοτύρι που τρωει κοντά σε μια πηγή λαλέουσα, ύστερα από ένα εξαντλητικό περπάτημα και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άνθρωπο νιώθει και χαίρεται τη φύση αυτός που διασχίζει κάμπους, ανεβοκατεβαίνει βουνά, σταματάει σε πανοπτικά σημεία των οριζόντων, μυρίζει θάλασσα και βραδιάζεται κάτω από βαθιούς έναστρους ουρανούς, μέσα σ' ερημιές όπου κλαυθμηρίζει η κουκουβάγια, κρίζουν οι γρύλοι και θροΐζουν μυστηριωδώς τα φυλλώματα.

Όλα αυτά βάζουν τον κυνηγό σε μια κατάσταση θείας ευφορίας. Οι πλόκαμοι της καθημερινής ζωής, μιζέριες, εναντιώσεις, φροντίδες, ανησυχίες, ξεσφίγγουν ολότελα και αφήνουν την ψυχή και το πνεύμα ελεύθερα, τα νεύρα του γαληνεύουν όπως κάτω από την επίδραση οπίου κι αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσμου: Μονοκόμματος, αφρόντιστος, ίσιος κι ελεύθερος.


Βιογραφικό Σημείωμα 1

Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=300

Ο Κώστας Ουράνης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Νέαρχος. Ο πατέρας του Νικόλαος Νέαρχος καταγόταν από την Κυνουρία και η μητέρα του Αγγελική το γένος Γιαννούση από το Λεωνίδιο Αρκαδίας, όπου ο Ουράνης πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη (Ροβέρτειος Σχολή και Λύκειο Χατζηχρήστου).

Το 1908 ήρθε στην Αθήνα και συνεργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα με την Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Έφυγε για σπουδές στην Ευρώπη, προτίμησε όμως την κοσμοπολίτικη ζωή, μπήκε στους κύκλους των μποέμ και προσβλήθηκε από φυματίωση. Νοσηλεύτηκε δυο χρόνια στην Ελβετία σε σανατόριο του Νταβός. Εκεί γνώρισε την πρώτη του γυναίκα Μανουέλα Σαντιάγκο από την Πορτογαλία, με την οποία χώρισε αργότερα και γύρω στο 1930 παντρεύτηκε την Ελένη Νεγρεπόντη, συγγραφέα και κριτικό της λογοτεχνίας, γνωστή με το ψευδώνυμο Αλκης Θρύλος.

Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισσαβόνα και επέστρεψε τέσσερα χρόνια αργότερα στην Αθήνα, όπου άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος (διευθυντής στον Ελεύθερο Λόγο, συνεργάτης στο Νουμά, τη Δάφνη, τον Καλλιτέχνη, τα Γράμματα (Αλεξάνδρειας), τη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας), τη Μούσα, το Ελεύθερο Βήμα, τον Ελεύθερο Λόγο, τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής κ.α. ). Ταξίδεψε πολύ, όμως η κατάσταση της υγείας του που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ και επιδεινώθηκε μετά τη γερμανική κατοχή τον ανάγκασε να περιοριστεί στην Αθήνα. Πέθανε το 1953 από καρδιακή προσβολή στο σανατόριο Παπανικολάου.

Η αγάπη του Κώστα Ουράνη για τη λογοτεχνία χρονολογείται από τη νεανική ηλικία του. Μαθητής ακόμα στη Ροβέρτειο Σχολή έγραψε ένα ποίημα για την καταστροφή της Αγχιάλου και το 1908 εμφανίστηκε στις στήλες του περιοδικού Ελλάς. Η επίσημη εμφάνιση του όμως στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1909, όταν δημοσίευσε τη νεανική ποιητική συλλογή του Σαν Όνειρα, την οποία αποκήρυξε αργότερα, θεωρώντας ως πρώτη δημιουργία του τη συλλογή Spleen, που τύπωσε το 1912. Ακολούθησαν οι Νοσταλγίες (1920) και οι Αποδημίες, ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες, και συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά μετά το θάνατο του ποιητή στην έκδοση Ποιήματα του 1953. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία (Αχιλλεύς Παράσχος), την ταξιδιωτική λογοτεχνία (Sol y sombra, Σινά, το θεοβάδιστον Όρος, Γλαυκοί δρόμοι , Ταξίδια στην Ελλάδα και άλλα), το χρονογράφημα, τη συνέντευξη, ενώ εξέδωσε επίσης την κριτική μελέτη Κάρολος Μπωντλαίρ (1918).

Ο Ουράνης τοποθετείται ανάμεσα στους λεγόμενους παρακμιακούς ή νεορομαντικούς έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης, Αγρας, Λαπαθιώτης, Κλέων Παράσχος και άλλοι) και καθοριστική ήταν η επίδραση που δέχτηκε από το Μπωντλαίρ. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονες συμβολιστικές επιρροές με κυρίαρχο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, το μελαγχολικό τόνο, το αίσθημα της ανεκπλήρωτης ευτυχίας, της νοσταλγίας, της πλήξης και τη διάθεση φυγής, η οποία όμως υπονομεύεται από μια ρεμβαστική νωχελικότητα.


Βιογραφικό Σημείωμα 2

Πηγή: http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/culture/personalities/ouranis.htm

Ο Κώστας Ουράνης, ποιητής και πεζογράφος, είναι ένας απ' τους πρώτους και τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της σχολής του νεορομαντισμού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Νιάρχος ή, όπως το άλλαξε ο ίδιος, Νέαρχος. Γεννήθηκε το 1890 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Νικόλαος Νιάρχος καταγόταν από την Κουνουπιά της Κυνουρίας και η μητέρα του Αγγελική Γιαννούση από το Λεωνίδιο. Στο Λεωνίδιο έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συνέχισε στη Ροβέρτειο Σχολή και στο ιδιωτικό Λύκειο Χατζηχρήστου από όπου και αποφοίτησε. Σε ηλικία 18 χρονών ήρθε στην Αθήνα όπου εργάστηκε για λίγο στην εφημερίδα "Ακρόπολη". Κατόπιν, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές τις οποίες παραμέλησε λόγω της μεγάλης αγάπης του στα ταξίδια.

Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, αρρώστησε από φυματίωση και με συμβουλή των γιατρών παρέμεινε δύο χρόνια στο Νταβός της Ελβετίας. Εκεί γνώρισε την Πορτογαλλίδα Μανουέλα Σαντιάγκο και την παντρεύτηκε. Μετά από λίγα χρόνια χώρισε. Στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε με τη συγγραφέα και κριτικό Ελένη Νεγρεπόντη (γνωστή και με το ψευδώνυμο ’λκης Θρύλος). Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος στη Λισσαβώνα και το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξασκώντας τη δημοσιογραφία σαν χρονογράφος, συντάκτης, ανταποκριτής ή έκτακτος απεσταλμένος. Υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος" και τακτικός συνεργάτης στις εφημερίδες "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερον Βήμα" και ταυτόχρονα στον "Εθνικό Kύρηκα" της Αμερικής. Σαν ανταποκριτής και δημοσιογράφος ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο και με αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία. Παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με την μόνιμα κλονισμένη υγεία του. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε μετά την κατοχή. Από τότε, χρειάστηκε να νοσηλευθεί κατά καιρούς στο σανατόριο Παπανικολάου, στα Μελίσσια Αττικής. Στο σανατόριο αυτό πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή.

Ο Ουράνης ασχολήθηκε με την ποίηση και με την ταξιδιωτική κυρίως πεζογραφία. Επίσης έγραψε διηγήματα, κριτικές μελέτες, μικρές πρόζες, και δοκίμια, με ξεχωριστή επίδοση σε θέματα των εικαστικών τεχνών. Τέλος ασχολήθηκε με τη μετάφραση ξένων έργων. Το πρώτο του ποίημα (εμπνευσμένο από την καταστροφή της Αγχιάλου) το έγραψε σε ηλικία 14 χρονών, όταν φοιτούσε στη Ροβέρτειο Σχολή. Πρωτοεδημοσίευσε ποιήματά του τον Δεκέμβριο του 1908 στο περιοδικό "Ελλάς". Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το "Ημερολόγιον Ελλάδος" και με ένα μεγάλο αριθμό περιοδικών: "Δάφνη", "Ο Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Γράμματα" και "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας, "Νέοι", "Μούσα", "Παναθήναια", (Αμερικής), "Μπουκέτο", "Οικογένεια", "Ημερολόγιον του Μπουκέτου", "Κυριακή του Ελεύθέρου Βήματος", "Ελληνικά Γράμματα", "Πειθαρχία", "Νέα Εστία", "Σήμερα", "Νεοελληνικά Γράμματα", "Ορίζοντες", στη "Φιλολογική Πρωτοχρονιά". Επίσης έγραψε και στις εφημερίδες: "Ακρόπολις", "Νέα Ελλάς", "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερος Λόγος", "Δημοκρατία", "Ελεύθερον Βήμα", "Πρωία", "Αθηναϊκά Νέα", "Η Καθημερινή" κ.α.

Το έργο του Κ. Ουράνη αποτελείται κύρια από τις ποιητικές συλλογές "Σαν όνειρα" (1909), "Spleen" (1912) και "Νοσταλγίες" (1920), την κριτική μελέτη "Κάρολος Μπωντλαίρ" (Αλεξάνδρεια 1918), τα ταξιδιωτικά βιβλία "Sol y Sombra" (1934), "Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος" (1944), "Γλαυκοί Δρόμοι" (1947), "Ταξίδια στην Ελλάδα" (1949) και τη μυθιστορηματική βιογραφία "Αχιλλεύς Παράσχος".


 © 2000-2015   Κυνήγι στην Ελλάδα - Hunter.Gr   Greek Pages   Sorry! English Pages not yet available.